Ανθεί και φέρει κι’ άλλο

Τραγούδια του Πόντου

c15

γράφει ο Πέτρος Γαϊτάνος

Πόσο χαίρομαι που τραγουδώ τη ρίζα μου, που ανοίγω το στόμα μου για να απελευθερώσω αυτά που τόσο ανύποπτα φυλακίστηκαν χρόνια τώρα στα κύτταρά μου.

Είναι μαγικό και αξιοθαύμαστο να παρατηρούμε πώς η ενέργεια της ψυχής του ανθρώπου διαπερνάει τη ζωή και λαξεύει την αιώνια πορεία του μέσα από την υπέροχη χρέωση της κοινής πορείας τους.

Οι φυλές, από την αρχή του κόσμου, ως ξέρω και βλέπω, χαρακτηρίζονται από πολλά στοιχεία κοινά στο σώμα , αλλά και στην ψυχολογία.

Αναζητώντας μέσα μου και έξω μου αυτές τις χρεώσεις της αιώνιας διαδρομής, παρατηρώ θαυμαστά πόσα πράγματα, πόσα στοιχεία μου χαμογελούν που τα ανακάλυψα ενώ σιωπηλά βρίσκονται μέσα μου από χρόνια.

Γνώρισα τους προγόνους μου, και από τον Πόντο και από τη Μικρά Ασία, έζησα τους γονείς μου καλά, εναρμονίζομαι με τα αδέλφια μου, αισθάνομαι μοναδικός και μου αρέσει, μου αρέσει και που όλοι γύρω μου είναι μοναδικοί, κουβαλώντας τα αιώνια στοιχεία σε μοναδικό συνδυασμό.

Είναι ένα από τα πράγματα που με κάνουν να αγαπώ και που με παροτρύνουν να γνωρίζω ανθρώπους.

Μεγάλο και πυκνό το κομμάτι του Πόντου και της προσφυγιάς στη ζωή μου, μεγάλωσα πολύ έντονα με το άκουσμα των ποντιακών τραγουδιών, θυμάμαι πόσο καθαρά και με ευθύτητα ξεκλειδώθηκε η καρδιά μου στο άκουσμα της ποντιακής μουσικής όταν ήμουν μικρό παιδί!!!

Η ποντιακή μουσική, όπως εγώ την καταλαβαίνω, λόγω του ότι φτιάχτηκε σε δύσκολους καιρούς και σε δύσκολα μέρη, πάνω στα βουνά και ενίοτε και στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, μέσα από κοινωνίες που ζήσανε την απειλή και την άμυνα στην καθημερινότητά τους, που γίνανε ένα με τη γη και τη σκάψανε βαθιά, υλικά και ψυχικά, πολλές φορές ανυποψίαστα, έχει αποτυπώσει και διασώσει αυτό το βάθος και την απειλή σε όλη της τη δημιουργία.

Έτσι, διακρίνω μια συγκλονιστική πρωτόγονη μελωδική ρίζα, που συνεπήρε τους προγόνους μας και τους εγκλώβισε μαγικά στον ήχο της.

Είναι πολύ δυνατή και βαθιά αυτή η ρίζα και ίσως αυτή να’ναι και η αιτία που όλη η ποντιακή μουσική γυρίζει γύρω από αυτήν χωρίς να κάνει πολλά ανοίγματα, όπως, ας πούμε, η Κωνσταντινουπολίτικη και η Μικρασιάτικη, ίσως αυτή να’ναι και η αιτία που η ποντιακή μουσική δεν είναι γνωστή και ιδιαίτερα αγαπητή στους υπόλοιπους Έλληνες, άλλωστε για να αγαπήσει κανείς μια βαθιά πηγή πολιτισμού, νομίζω, θα πρέπει να την αναζητήσει σε βάθος, με ειλικρίνεια και φυσικότητα.

Η αγάπη μου σε αυτή τη φυλή και τη μουσική της, η χαρά μου να τραγουδήσω με μεράκι το ποντιακό τραγούδι, η υποχρέωσή μου να τιμήσω τη ρίζα μου, αλλά και η επιθυμία μου να παραδώσω σε όλους τους Έλληνες μια καλοφτιαγμένη νέα παραγωγή με αυτό το σπουδαίο υλικό, ήταν αυτά που με παρακίνησαν να κάνω αυτό το δίσκο.

Επέλεξα τραγούδια από όλες, σχεδόν, τις θεματολογίες του ποντιακού τραγουδιού, με ποικιλία ρυθμών, οργάνων, μελωδιών, στίχων, περιοχών του Πόντου, ώστε να έχουμε το δυνατόν ευρύτερη καταγραφή της περιοχής που τόσες πολλές διαφορές στη διάλεκτο και τον τρόπο ήχησης είχε.

Πονάω πολύ μέσα μου όταν σκέφτομαι τους προγόνους μας που χάσανε τις ζωές τους στο τραγικό γεγονός της Γενοκτονίας… αχ, πουλάκια μου… αχ, ψυχούλες μου… πόσοι γονείς αντέξανε παραδίνοντας και αυτοί τις ψυχούλες τους, βλέποντας να σκοτώνονται τα παιδιά τους, οι άνθρωποί τους άδικα, ανύποπτα…;

Πόσα σπίτια κάηκαν, που με κόπο και νοικοκυροσύνη πέτρα – πέτρα χτίστηκαν από τα άδολα και προκομμένα χέρια τους; ποιόν ενόχλησαν; πόσο άδικα τους χάσαμε μέσα στο χρόνο και οι τόποι ερήμωσαν…

Αισθάνομαι λες και ήμουν εκεί, είμαι στην άκρη της πύλης που αν ανοίξει θα ακούσω τις φωνές και τις προσευχές τους δίπλα από το θάνατο, είναι σα να βλέπω τα καθαρά, βαθιά, σκούρα μάτια τους, υγρά,  να προσπαθούν να χωρέσουν την κατανόηση του κτιστού τέλους…

Η Παναγία η Σουμελά και ο Αη Γιάννης ο Βαζελώνας, με πόση κατανόηση θα γείρανε και θα αναπαύσανε τις ψυχές τους υπακούοντας στους νόμους της Σοφίας.

Ήταν θέλημα Θεού να γίνει, όπως είναι θέλημα του Θεού να μοιραστώ μαζί σας αυτό το βαθύ κομμάτι της ζωής μου.

Ας είναι, ίσως, μια αφορμή, η αγάπη που έχουμε στην ποντιακή μουσική και τον Πόντο εμείς οι νέοι, τρίτες & τέταρτες γενιές μετά τους, να φανεί πόσο ενωμένοι και συνειδητά αισθανόμενοι είναι οι Πόντιοι μέσα στο χρόνο.

Ας γίνει ο ήχος του κεμεντζέ της κληρονομιάς καράβι και ας πάμε να τους πάρουμε όλους να τους βάλουμε στην αγκαλιά μας, να τους νανουρίσουμε στη βαθιά ζεστασιά της Πόντιας Μάνας, που με το πλούσιο στήθος της έθρεψε, αντρείεψε, έδωσε τόνο στον ανεξίτηλο χαρακτήρα της φυλής, και να τους πάμε ένα ταξίδι χαράς και αγάπης, ένα ταξίδι πάνω στα φτερά του περήφανου αετού, που με τους βραχίονες του στρατιώτη – του Τραντέλλενα – υψοθέτησε και έκανε ορατό τον αέναο Πόντο, που λάμπει μέσα από την υπακοή και τη σιωπηλή ένταξή του στο αιώνιο φως.

Σας ευχαριστώ που είστε κοντά μας σε αυτή τη χαρά.  

 

γράφει ο Βασίλης Ταρνανίδης

Το cd αυτό είναι μια  δραξιά από τα Δημοτικά τραγούδια του Πόντου.

     Που ούτως  ή άλλως όλα τους είναι εφάμιλλα  και  σύγχρονα ερωτικά,  εμπνευσμένα από τον  Μιχάλη Καλιοντζίδη.

     Το ποντιακό Δημοτικό τραγούδι είναι, ότι απόσταξε η μνήμη από τη βράση του μούστου των εμπειριών του Ποντιακού Ελληνισμού μέσα στους αιώνες. 

139959218 159087652426474 3278991321929776471 n

     Είναι, ότι διάσωσε μέσα στους αδιάτρητους ασκούς της μνήμης του από την ποιότητα κάθε περιστατικού ή επεισοδίου που δόμησαν την ιστορία του. Απόμεινε, λοιπόν, να παραδώσει όλο αυτό το υλικό στον Ορφέα του να το κάνει τραγούδι. Και πήρε αυτός τη λύρα του, την κούρδισε πάνω στην αρμονία του ηρωισμού και της λεβεντιάς του ποντιακού Ελληνισμού, τέντωσε τις  χορδές της πάνω στις αντοχές και στις ευαισθησίες του  και τραγούδησε  στη βελούδινη ακοή του νεότερου κληρονόμου για να του γίνει γνώση, εντύπωση και περηφάνια.

     Οι σύγχρονοι μελωδοί, έχουν καλά  φυλαγμένο μέσα στο σκληρό δίσκο της ιστορίας τους ,όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ήχο, μελωδία, αίσθημα ρυθμό για να τραγουδήσουν το σήμερα σαν συνέχεια του χθες, να υμνήσουν τον ηρωισμό, την αγάπη, τον έρωτα χωρίς διακοπή από το χθες για να μπορέσουν τελικά, κατά τη ρήση του Μ. Βασιλείου,  «τω προσηνεί  και λείω της ακοής» «δια  του» μέλους «μάλλον πως» να εντυπώσουν «ταις ψυχές τα διδάγματα».                     

     Παίζει, λοιπόν ο Μιχάλης Καλιοντζίδης μ’ όλο το επιτελείο του και τραγουδάει ο Πέτρος Γαϊτάνος με όλο το πάθος του:

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο

Prism studio

από τον Τάσο Μπακασιέτα

και τον Αριστοτέλη Γαλανό

Συμπληρωματικές ηχογραφήσεις έγιναν στα studio

“Συν -Ένα”, με ηχολήπτη τον Βαγγέλη Καλαρά,

& Polytropon, με ηχολήπτη το Γιάννη Τσαμπάζη

Οι μίξεις έγιναν από τον

Τάσο Μπακασιέτα.

Mastering

Θόδωρος Χρυσανθόπουλος

Έπαιξαν οι μουσικοί :

Μιχάλης Καλιοντζίδης : Κεμεντζέδες

Αντώνης Απέργης : Κόντρα μπάσο

Πάνος Δημητρακόπουλος : Κανονάκι

Κώστας Φιλλιπίδης : Λαούτο

Κατερίνα Μητροπούλου : Ούτι

Σωκράτης Σινόπουλος : Πολίτικη λύρα, Λυρανζτέλο, Ισοκράτη

Γιάννης Γευγελής : Κρουστά

Γιώργος Κοτσίνης : Γαβάλ

Ανδρέας Παπάς : Κρουστά

Στα τραγούδια 2,3,4,6,8,12 & 18 συμμετέχει η ομάδα λυράρηδων που αποτελείται από τους :

Ηλίας Αβραμίδης
Γιώργος Μωυσιάδης
Σταύρος Μιχαηλίδης
Αλέξης Στεφανίδης
Πελαγία Τσοπουζίδου
Κώστας Τυρεκίδης
Στάθης Πορφυρίδης
Κώστας Φωτιάδης
Μιχάλης Καλιοντζίδης

Στα τραγούδια 2,3,4,6,12 & 18 συμμετέχει η χορωδία “Ακρίτες του Πόντου” Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης η οποία αποτελείται από τους :

Αμπατζίδης Παναγιώτης
Βλαχάκη Ευρώπη
Δαμιανίδου Μαίρη
Θεοδοσιάδης Κωνσταντίνος
Θεοδωρίδου Φωτεινή
Ιωαννίδης Βασίλης
Καμάρη Δέσποινα
Καπνίδου Μαρία
Κορτεσίδου Φωτεινή
Κρυωνά Ελένη
Κυριακίδου Εύα
Κωνσταντινίδης Απόστολος
Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος
Μαυροπούλου Έφη
Μιχαηλίδου Άννα
Μπρανιώτη Κατερίνα
Ορφανίδης Δημήτριος
Παπαδόπουλος Χαράλαμπος
Παπαδοπούλου Αγγελική
Πασχαλίδου Σοφία
Ποϊριατζίδης  Μιχαήλ
Πολυχρονιάδου Αμαλία
Σιδηροπούλου Βασιλική
Ταχματζίδου Ειρήνη
Τριανταφυλλίδης Νίκος
Τρουπτσίδου Βάνα
Χονδροματίδης Στέφανος

Διεύθυνση  χορωδίας

Μιχάλης Καλιοντζίδης

Το παραδοσιακό κείμενο  ” Έναν πουλίν, καλόν πουλίν”  

αφηγείται  ο Κώστας Αλεξανδρίδης

Ενορχήστρωση – μουσική επιμέλεια

Μιχάλης Καλιοντζίδης

Γενική επιμέλεια, Φωτογραφίες & διεύθυνση παραγωγής

Πέτρος Γαϊτάνος

Ευχαριστώ την καλή μου “ Δασκάλα “ που για άλλη μια φορά μας βοήθησε στο να επικοινωνήσουμε τη σημαντική έκφραση του Πόντου, αυτή τη φορά σε όλους τους κατοίκους της γης, με τις σπάνιες μεταφράσεις της στα Αγγλικά.

Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω τον Τάσο Μπακασιέτα για το ενδιαφέρον  και την πολύπλευρη προσφορά του, που αφειδώς μας έδωσε και σε αυτή τη δουλειά, πέρα από τον άριστο ήχο.

Πολύ ευχαριστούμε  το γλυκύτατο κύριο Βασίλη Ταρνανίδη, που με τον πατρικό, ζεστό ποντιακό του λόγο και τρόπο αγκάλιασε ιστορικά και λογοτεχνικά αυτή μας την προσπάθεια. Κύριε Βασίλη, σε ευχαριστούμε για την προσφορά σου, αλλά και για το παράδειγμα που μας δίνεις στο να καταλάβουμε ποιος είναι ο Πόντιος.

Σε αυτή τη δουλειά πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε η παρουσία του Μιχάλη Καλιοντζίδη, του Μιχαλάκη μας, πάνω στου οποίου τη βαθιά γνώση στηρίχτηκε αυτή η προσπάθεια, ώστε να ακουστεί το υλικό του λόγου και της μουσικής του Πόντου που τόσο στέρεα διανύει την πορεία του μέσα στους αιώνες, με τη δυνατότερη πιστότητα, το ήθος και τα πεντακάθαρα χρώματά του στην Ελλάδα του 2006.

Μιχάλη μου, πολύ σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες τη δυνατότητα να αναδείξω στο Γαϊτάνο τον Ασλανίδη, ώστε και οι δύο μαζί μέσα στη δική σου αγκαλιά να πορευτούν προς την προσφορά της αλήθειας στην έκφραση του Πόντου μας, σήμερα.

Ένα ζεστό και ταπεινό ευχαριστώ, έτσι απλά, θέλω να εκφράσω στον αετό του ποντιακού τραγουδιού, το Χρύσανθο, που ακόμη κι από εκεί μας εμπνέει να κάνουμε ψηλές πτήσεις στη σωστή πορεία.

γράφει ο Βασίλης Χ. Ταρνανίδης

πρωτότυπη ποντιακή
διάλεκτος

Τραγούδ’ Νο 1

Μοιρολόι

Σε σκοπό Καρς

 

Και ν’ αλί’ εκείνεν την μάναν,
π’ είχεν  δύο  παιδία,
τ’ έναν επέρεν ο χάρον,
τ’ άλλο η ξενητεία.


Μάνα σταυρόν ’κι θα ευρήκ’ς,
σ’ έρημον το ταφόπο μ’,
μόνον τα  αγριοχόρταρα,
θα δείκνε σε τον τόπομ.

 

νεοελληνική απόδοση
των τραγουδιών

Τραγούδι Νο 1.

Μοιρολόϊ

 

Αλλοίμονο στη μάνα αυτή
πούχε δύο παιδιά,
που το’να ο χάρος άρπαξε
και τ’ άλλο η ξενητειά.


Δε θάβρεις μάνα μου σταυρό
στον έρημό μου λάκο,
μόνον κάτ’ αγριόχορτα
σου δείχνουνε τον τάφο.

Ο βαθύς πόνος μετράει τις αντοχές των ανθρώπων .

Ο χωρισμός οποιασδήποτε μορφής (θάνατος-ξενητειάς) μάνας, παιδιού γεννάει την πιο τραγική μελωδία.

Τραγούδ’ Νο 2

Αητόν’ς  επαραπέτανεν

Χορός Διπάτ

 

Αητόν’ς  επαραπέτανεν, (δις)

ψηλά σα επουράνια,

ούϊ αμάν,αμάν (δις).

 

Είχεν τζαγκία κόκκινα, (δις)

και το τσαρκούλ’ν ατ’ μαύρον,

ούϊ  αμάν,αμάν. (δις)

 

Εκράτνεν και σα κάρτζια του, (δις)

παλληκαρί’  βραχιόνας,

ούϊ αμάν, αμάν (δις).

 

Αητέ μ’ για δως  μ’ α’ σο κρατείς, (δις)

για  ’πέϊ  με  όθεν  κείται,

ούϊ  αμάν, αμάν (δις).

 

Α’ σο κρατώ ’κι δίγω σε, (δις)

αρ’ όθεν κείται λέγω,

ούϊ αμάν, αμάν (δις).

 

Ακεί  σο πέραν τα ραχιά, (δις)

σ’ ελάτ’ επ’ εκεί μέρος,

ούϊ αμάν,αμάν (δις).

 

Τραντέλλεναν  εσκότωσαν (δις)

και κείται ματωμένος,

ούϊ  αμάν, αμάν (δις).

Τραγούδι Νο 2

Αητός πετούσε ολόγυρα

 

 

Αητός πετούσε ολόγυρα,

ψηλά στα κορφουράνια.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Είχε ποδάρια κόκκινα,

και τη θωριά του μαύρη.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Κρατούσε  στις  νυχάρες  του,

παλληκαριού  βραχιόνες.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Αητέ,  δος  μου το που κρατείς,

για ’πέ  μου που το βρήκες.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Δε σου δίνω το που κρατώ.

Μα που το βρήκα άκου.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Εκεί στις  ράχες μακριά,

πιο πέρα’ από τα ’λάτια.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Τριάντα φορές ΄Ελληνα σκοτώσανε.

Κοίτεται ματωμένος.

Ωχ! Αλλοί! Αλλοί.(δις)

 

Ο βασιλιάς των πουλιών, ο  ουρανοδρόμος  αητός  αρπάζει τις ωμοπλάτες  του άγνωστου στρατιώτη του Πόντου, του Τραντέλλενα (τριάντα φορές Έλληνα) όχι βέβαια για να τις φάει, γιατί όπως είναι γνωστό τρώει μόνο ζωντανές σάρκες, αλλά για να τις  απογειώσει

στους ουρανούς της δόξας για να θαυμάσει την μεγαλειώδη τους διάπλαση ο σύμπας κόσμος.

Τραγούδ’ Νο 3

Σεράντα μήλα κόκκινα

Χορός Ομάλ Κάρς

 

Σεράντα μήλα κόκκινα πουλί μ’,

σεράντα μήλα κόκκινα γιαβρί μ’,

σ’ έναν μαντήλ’ δεμένα. (δις)

 

Σεράντα σεβτιάς κι’ αν εφτά’ς πουλί μ’,

σεράντα σεβτιάς κι αν εφτά’ς γιαβρί μ’

’κι ευρήκ’ς άμον εμέναν.(δις)

 

Επωδός

Για έλα, έλα πουλί μ’,

με τ’ εμέν έλα γιαβρί μ’,

ατό το ματοτέρεμα σ’, πουλί μ’,

θα σύρ’ και πέρ’ τ’ αχούλι (ακούλι) μ’.

 

Σεράντα μήλα κόκκινα, πουλί μ’,

σεράντα μήλα κόκκινα, γιαβρί μ’,

σην σειράν τιζεμένα.(δις)

 

Πατώ και τσιγναεύ’ ατα (τσουγναεύ’ ατα),

πουλί μ’,

πατώ και τσιγναεύ’ ατα (τσουγναεύ’ ατα), 

γιαβρί μ’

κι’ έρχουμαι με τ’ εσέναν.(δις)

 

Επωδός.

 

Σεράντα μήλα κόκκινα, πουλί μ’,

σεράντα μήλα κόκκινα, γιαβρί μ’,

σην σειράν τιζεμένα.(δις)

 

Τ’ άλλ’ άσπρα τ’ άλλα κόκκινα, πουλί μ’,

τ’ άλλ’ άσπρα τ’ άλλα κόκκινα, γιαβρί μ’,

τ’ άλλα ζωγραφισμένα.(δις)

 

Τραγούδι Νο 3

Σαράντα μήλα κόκκινα

 

 

Σαράντα μήλα κόκκινα, πουλί μου,

σαράντα μήλα κόκκινα, γιαβρί μου,

σε μαντήλι δεμένα.(δις)

 

Τι κι αν σαράντα αγάπησες, πουλί μου,

τι κι αν σαράντα αγάπησες, γιαβρί μου,

δεν θάβρεις σαν κι εμένα.(δις)

 

Επωδός

Για έλα, έλα πουλί μου,

μαζί μου έλα γιαβρί μου,

το βλέμμα σου πουλάκι μου,

σαλεύει το μυαλό μου.(δις)

 

Σαράντα μήλα κόκκινα, πουλί μου,

σαράντα μήλα κόκκινα, γιαβρί μου,

στη σειρά ’ραδιασμένα.(δις)

 

Με πείσμα τα τσαλαπατώ, 

πουλί μου,

με πείσμα τα τσαλαπατώ, 

γιαβρί μου,

και έρχομαι σε σένα.(δις)

 

Επωδός

 

Σαράντα μήλα κόκκινα, πουλί μου,

σαράντα μήλα κόκκινα, γιαβρί μου,

στη σειρά ’ραδιασμένα. (δις)

 

Τ’ άλλ άσπρα τ’ άλλα κόκκινα πουλί μου,

τ’ άλλ’ άσπρα τ’ άλλα κόκκινα, γιαβρί μου,

θαρρείς ζωγραφισμένα.(δις).

Επωδός

Για έλα, έλα

Ανιδιοτελής έρωτας – Μη χάνεις άσκοπα τον καιρό σου αγάπη μου.

Δε  θάβρεις σαν εμένα, σαράντα φορές κι αν αγαπήσεις. Ας φαντάζει ο έρωτάς τους σαν το κόκκινο χρώμα του μήλου κι ας είναι αλλεπάλληλη αυτή η ψευδαίσθηση σαν την αρμονία που εμπνέουν τα μήλα έτσι όπως είναι στη σειρά αραδιασμένα! Εγώ θα περιμένω!

Επωδός.

Τραγούδ’ Νο 4

Ακρίτας οντες έλαμνεν

Χορός Διπάτ

 

Ακρίτας οντες έλαμνεν, (δις)

 σην παραποταμέαν, (δις)

επέγνεν κι έρτον κι έλαμνεν, (δις)

την ώραν πέντε αυλάκια, (δις)

επέγνεν κι έρτον κι έσπερνεν, (δις)

εννέα κότια  σπόρον. (δις)

 

Έρθεν πουλίν κι’ εκόνεψεν, (δις)

ση ζυγονί’ την άκραν, (δις)

σκούται και καλοκάθεται, (δις)

ση ζυγονί’ την μέσεν.(δις)

 

Ακρίτα μου ντο κάθεσαι, (δις)

ντο στέκ’ς και περιμένεις! (δις)

Το ένοικος εχάλασαν (δις)

και την καλή σ’ επαίραν. (δις)

Τραγούδι Νο 4

Όταν ο Ακρίτας όργωνε

 

 

Όταν ο Ακρίτας όργωνε, (δις)

στο πλάϊ στο ποτάμι, (δις)

πηγενοερχόταν κι όργωνε, (δις)

την ώρα πέντε αυλάκια. (δις)

Πηγενοερχόταν κι έσπερνε (δις)

εννέα σάκους σπόρο. (δις)

 

Ήρθε πουλί και κάθισε (δις)

’κει στου ζυγού την άκρη.(δις)

Σηκώνετ’ ανακάθεται, (δις)

’κει στου ζυγού την μέση.(δις)

 

Ακρίτα μου! Τι κάθεσαι (δις)

και ξένοιαστ’ αναμένης; (δις)

Το σπιτικό σου χάλασαν! (δις)

Και την καλή σου εσύραν! (δις)

Ο Ακρίτας του Πόντου δεν είναι ο άρχοντας του θρόνου και του σαλονιού. Ο ίδιος έχει τη φροντίδα της οικογένειάς του, «λάμνει», «σπέρνει» σαν ένας απλός γαιοκτήμονας. Είναι ένας καλός και τρυφερός σύζυγος και ένας στοργικός πατέρας. Στην είδηση, όμως, ότι κάποιοι επιβουλεύονται την περιουσία του και την οικογενειακή του γαλήνη και κατ’ επέκταση την ασφάλεια του έθνους του, γίνεται αμείλιχτος τιμωρός. 

Τραγούδ’ Νο 5 

Η Παναΐα τη Λάλογλης

Χορός αργό Ομάλ Κάρς

Μουσική: Μιχάλης Καλιοντζίδης

 

Α’ σο Χανάχ΄, σο Κιουλεπέρτ’

κι α’ σ’ όλια τα χωρία,

ση Λάλογλης την Παναγιάν,

θ’ εφτάμε λειτρουίαν.

 

Εγώ Αρταχανλής είμαι,

παιδίν ευλοημένον,

ση Λάλογλης την Παναγιάν,

κερίν έχω ταμένον.

 

Εγώ Καρσλής παιδάς είμαι,

άξιον παλληκάριν,

θα πάω και ση Λάλογλης,

τη Παναγιάς την χάρην.

Τραγούδι Νο 5

Η Παναγιά της Λάλογλης

 

 

 

Απ’ το Χανάχ, του Κιουλεπέρτ’

τα χωριά θα ’νωθούμε,

στης Λάλογλης την Παναγιά,

θε να λειτουργηθούμε.

 

Εγώ είμ’ απ’ του Αρταχάν,

παιδί ευλογημένο,

στην Παναγιά της Λάλογλης,

κερί έχω ταμένο.

 

Γόνος είμαι εγώ του Καρς,

άξιο παλληκάρι.

Θε να πάω στης Λάλογλης,

της Παναγιάς τη χάρη.

Έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα του νέου και η ζωή του απόλυτα προσαρμοσμένη στη λατρεία της Παναγιάς της Λάλογλης (χωριό του Πόντου περιοχής του Καρς) που τον έκανε άξιο και ευλογημένο παλληκάρι.

Τραγούδ’ Νο 6

Τη Τρίχας το γεφύριν

Χορός Διπάτ

 

Σην γέφυραν, σην γέφυραν

έλα δάφνε μ’, δαφνοπόταμε μ’.(επωδός Νο 1)

Ση Τρίχας το γεφύριν,

Ε! δάφνε μ’ και μυριγμένε μ’.(επωδός Νο 2) (δις)

 

Χίλιοι μαστόροι έχτιζαν ,

(επωδός Νο 1)

και μύριοι μαθητάδες.

(επωδός Νο 2) (δις)

 

Όλιον την μέραν έχτιζαν,

(επωδός Νο 1)

Από βραδύς (την νύχταν) εχαλάουτον.

(επωδός Νο 2).

 

Ντο δεις ( δίδεις) με προτομάστορα,

(επωδός Νο 1)

να σταίνω το γεφύρι σ’;

(επωδός Νο 2)

 

Αν δίγω σε την μάνα μου,

(επωδός Νο 1)

αλλο μανίτσαν `κι έχω.

(επωδός Νο 2)

 

Αν δίγω σε την κάλη μου,

κορ’ ανάμνον, κορ’ ανάμνον (επωδός )

καλύτερον ευρήκω

κορ’ απάν’ ης φορ’ κι ας πάμε.(επωδός)

Τραγούδι Νο 6

Της Τρίχας το γιοφύρι

 

 

Στη γέφυρα, στη γέφυρα

Ω! Ποταμέ δάφνινε, (επωδός Α)

στης Τρίχας το γιοφύρι,

δαφνοστεφανωμένε.(επωδός Β)

 

Χίλιοι μαστόροι χτίζανε,

(επωδός Α)

και μύριοι παραγιοί.

(επωδός Β)

 

Όλη τη μέρα χτίζανε,

(επωδός Α)

τη νύχτα γκρεμιζότανε.

(επωδός Β)

 

Τι δίνεις μ’ αρχιμάστορα

(επωδός Α)

και στήσω σου το γιοφύρι;

(επωδός Β)

 

Αν δώσω σου την μάνα μου,

(επωδός Α)

μάνα άλλη δε θάχω.

(επωδός Β)

 

Αν σου δώσω την καλή μου,

(επωδός Α)

καλύτερη θε νάβρω.

Ντύσου κάτι κόρη να πάμε!

Ο μύθος έχει ανάγκη της υπερβολής για να μπορέσει να  εξηγήσει τα ακατόρθωτα επιτεύγματα του ανθρώπου. Έτσι  κάνει το  πρωτομάστορα δεισιδαίμονα, ενδοτικό, πρόθυμο για οποιαδήποτε  θυσία αρκεί να πετύχει το σκοπό του. Συμβιβάζεται ακόμη και με την ιδέα να θυσιάσει οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του. Η μόνη χλιαρή του αντίδραση είναι ότι, επισημαίνει στο στοιχειό του ποταμού πως οι γονείς του και τ’ αδέλφια του είναι μοναδικοί.

Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με την καλή του ( σχήμα οξύμωρο ) αφού μπορεί να βρει καλύτερη!

Τραγούδ’ Νο 7

Τη σπαρελί’ σ’ τ’ αστάριν

Χορός Ομάλ Γαράσαρις

Μουσική διασκευή-Στίχοι:

Μιχάλης Καλιοντζίδης

 

Να έμνε νε τρυγόνα μου,

(επωδός) γιαρ,γιαρ αμάν

δεντρόν σ’ ένα ομάλιν .

(επωδός) ωφ,ωφ αμάν.

έστενες και ση ρίζα μου,

(επωδός) γιαρ

έναν κρύον πεγάδιν.

(επωδός) ωφ

 

Να έμνε γιαβρόπο μου,

(επωδός) γιαρ

τη σπαρελί σ’ τ’ αστάριν.

(επωδός) ωφ

Έκαψες και εμάντσες με,

(επωδός) γιαρ

εμέν το παλληκάριν.

(επωδός) ωφ

 

 

Με τ’ εσέν που λάσκιεται,

(επωδός) γιαρ

χαίρεται τον καιρόν ατ’.

(επωδός) ωφ

Έλα να λαρούντανε,

(επωδός) γιαρ

τη κάρδιας ημ τα πόνια.

(επωδός) ωφ

Τραγούδι Νο 7

Του στηθόδεσμού σου η φόδρα

 

 

 

 

Να ήμουνα αγάπη μου,

 

δεντρί σ’ ένα ισάδι,

 

να άνοιγες στις ρίζες μου,

 

κρυόνερο πηγάδι.

 

 

Να ήμουνα μικράκι μου,

 

του στηθουριού σου αστάρι.

 

Μούκαψες την καρδούλα μου,

 

εμέ, το παλληκάρι.

 

 

 

Μαζί σου όποιος σεργιανά,

 

χαρά του είναι ο χρόνος.

 

Έλα μου, για να γιατρευτεί,

 

της καρδιάς μου ο πόνος.

Έντονα, ερωτικό τραγούδι. Ο νέος εύχεται να ήταν φόδρα στο στηθόδεσμο

της  αγαπημένης του  γιατί τούχει κάψει την καρδιά, αρκεί έστω και μ’ οποιαδήποτε υλική μορφή να βρίσκεται κοντά της. Ο πόνος της καρδιάς του θα γιατρευτεί μόνο από την αδιάκοπη συντροφιά της.

Τραγούδ’ Νο 8

Το Τσιάμπασιν (Κωτύωρων – Ορντούς)

Χορός Διπάτ

 

Εκάεν και το Τσιάμπασιν

κι επέμναν τα τουβάρια, γιάρ, γιάρ αμάν (δις)

και (ν) ερρούξαν σο γουρτάρεμαν,

τ’ Ορντούς τα παλληκάρια, ωφ,ωφ αμάν. (δις)

 

Επωδός

 

Βαϊ εκάεν κι εμανίεν,

τ’ Ορντούς το παρχάρ’

και ν’ εκεί τιδέν ‘κι επέμνεν,

μαναχόν σαχτάρ’.

 

Τρανόν γιαγκούν σο Τσιάμπασιν,

σπίτια ‘κι θ’ απομένε, γιάρ, γιάρ αμάν, (δις)

τρανοί, μικροί, φτωχοί, ζεγκίν,

όλ’ κάθουνταν και κλαίγνε, ωφ, ωφ αμάν. (δις)

 

Επωδός

Βαϊ εκάεν

 

Εκάεν και το Τσιάμπασιν,

εκεί τιδέν ‘κι επέμνεν, γιάρ, γιάρ αμάν (δις)

ράχια και ραχιοκέφαλα,

άλλο χορτάρ’ ’κι φέρνε, ωφ, ωφ αμάν.

 

Επωδός

 

Βαϊ εκάεν

Τραγούδι Νο 8

Το Τσιάμπασιν – Κωτυώρων – Ορντούς

 

 

Κάηκε, αχ! Το Τσιάμπασι

Κι απομείναν ντουβάρια,

ξεχύθηκαν για λυτρωμό

της Ορντούς παλληκάρια.

 

Επωδός

 

Κάηκαν και καπνίστηκαν,

της Ορντούς τα μπαΐρια.

Τίποτα δεν απόμεινε,

στάχτες κι αποκαΐδια.

 

Πολλή μεγάλη πυρκαγιά,

σπίτια δε θ’ απομείνουν.

Τρανοί, μικροί, πλούσιοι, φτωχοί,

το κλάμα δεν αφήνουν.

 

Επωδός

Κάηκαν

 

Εκάηκε το Τσάμπασι,

όλ’ έρημα φαντάζουν,

οι ράχες κι οι βουνοκορφές,

άλλο δεν χορταριάζουν

 

Επωδός

 

Κάηκαν

Το Τσάμπασι ήταν ένα χωριό της περιοχής  Κωτυώρων-Ορντούς του Πόντου που κάηκε από μεγάλη πυρκαγιά το έτος 1914. Οι προσπάθειες  των παλληκαριών της Ορντούς για κάθε μορφής βοήθεια αποβήκαν άκαρπες.

Τα πάντα έγιναν στάχτη! Παντού ερημιά. Δεν θα φυτρώσει πια χορτάρι σε ολόκληρη την περιοχή.

Τραγούδι Νο 9

Ορχηστρικό, Χορευτικό

Τικ  διπλόν, τικ  Τρομαχτόν,  Τόνγιας και Κότσαρι.

Παραδοσιακή διασκευή- Σύνθεση: Μιχάλης Καλιοντζίδης

Τραγούδ’ Νο 10

Καραλάζος

Χορός Καρσιλαμάς

Μουσική-Στίχοι:

Μιχάλης Καλιοντζίδης

 

Καραλάζο! Από μικρόν εσύ

επέμνες μαναχόν (ιν),

τ’ έσον η κάρδια

Έτονε πολλά τρανόν (ιν).

 

Καραλάζο! Πολλά εγάπανες

τ’ έμορφα τα παρέας

και (ν) εφέκες έρημον

το φτωχόν τη φωλέα σ’.

 

Καραλάζο! Λαφρύν να εν’ πουλίμ

το χώμαν ντ’ εσκεπάες,

πολλά τα βάσανα σ’

ερρούξες κι’ ενεπάες.

Τραγούδι Νο 10

Καραλάζος

 

 

 

 

Καραλάζο, από μικρό σε

χτύπησε η ορφάνια,

μα είχες καρδιά όμορφη,

τρανή ως τα ουράνια.

 

Καραλάζο, καλές μόνο,

παρέες αγαπούσες,

όπου,

την έρημη φωλιά σου τραγουδούσες.

 

Καραλάζο, ανάπαυση να βρεις

κάτ’ απ’ το λαφρύ χώμα,

ξένοιαστος.

Μα οι φίλοι σου σε τραγουδάμε ακόμα

Ο Καραλάζος ήταν ένας καλοσυνάτος και απλοϊκός κοντοχωριανός του Μιχάλη, πρόθυμος  συνδαιτυμόνας  σε κάθε ποντιακό μουχαπέτι, που πέθανε στα σαράντα του.

Έμεινε όμως αθάνατος στις καρδιές αυτών που τον αγάπησαν.  

Τραγούδ’ Νο 11

Ραχιόπουλον

Τραγωδούν εντάμαν ο Πέτρον κι ο Μουχαΐλτς

Χορός Τίκ

Μουσική-Στίχοι: Μιχάλης Καλιοντζίδης

 

 

Ραχιόπουλον θα ίνουμε,

σα ράχια θα γυρίζω,

σα κλαδόπα θα κάθουμαι

και θα χελιδονίζω.

 

Ραχιόπα σκίζω κι έρχουμαι,

τα γόνοτα μ’ ’κι τσίζω,

τα στράτα ης πολλά μακρά,

το κάρδοπό σ’ θα χτίζω.

 

Η δείσα εφέκεν τα ραχιά

κι’ εκάτσεν σα καμμένα,

τρυγόνα μ’ άφσ’ τα κυρουκά σ’

και αρ’ έλα μετ’ εμέναν.

Τραγούδι Νο 11

Βουνοπούλι

 

 

 

 

 

Στ’ όροι πουλάκι θα γενώ,

στις ράχες θα γυρίζω,

μες στους κλώνους θα κάθομαι

και θα χελιδονίζω.

 

Βουνά διαβαίνω να σε βρω

και οι στράτες μακριά σου,

κόπ’ όμως δε με φοβίζουνε,

να φιάξω την καρδιά σου.

 

Η δείσα φεύγ’ απ’ τα βουνά,

κάθεται στα καμένα,

να σε κλέψ’ απ’ τον κύρη σου,

συνωμοτεί με μένα.

 

Ερωτικό

Ο νέος είναι πρόθυμος να μεταμορφωθεί ακόμα και σε ωδικό πουλί, αρκεί να μπορέσει να συγκινήσει την αγαπημένη του.

Τραγούδ’ Νο 12

Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’.

Χορός Διπάτ

 

Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’,(δις)

να΄ ίνεται ρομάνα,

έλα, έλα λέγω σε.(δις)

 

Και για τα’ ατέν θα ίνουμαι,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’,(δις)

και κυνηγός σ’ ορμάνια,

έλα, έλα λέγω σε.(δις)

 

Η Κόρ’ επήεν σον παρχάρ΄,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’, (δις)

επήεν για ’κι επήεν,

έλα, έλα λεγω σε.(δις)

 

Φοούμαι ερρούξεν σο νερόν,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’ (δις)

κι άμον σεκέρ’ ελείεν,

έλα, έλα λέγω σε. (δις)

 

Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’,(δις)

να ίνεται ρομάνα,

έλα, έλα λέγω σε.(δις)

 

Φοούμαι ’κι θα κλώσκιεται,

έϊ πουλί μ’, πουλί μ’, (δις)

ν’ αλλοί’ τ’ εμόν την μάναν,

’ελα, έλα λέγω σε. (δις)

Τραγούδι Νο 12

Η κόρη πήγε στα βοσκοτόπια

 

 

Η κόρη πήγε στις βοσκιές,

πουλάκι μου, πουλί μου,

να γενεί βοσκομάνα,

που σου λέω άκου με.

 

Και ’γω γι’ αυτήνα θα γενώ,

πουλάκι μου, πουλί μου,

κυνηγός στα ρουμάνια,

που σου λέω άκου με.

 

Η κόρη πήγε στις βοσκιές,

πουλάκι μου, πουλί μου,

πούντινα δεν εφάνη!

Που σου λέω άκου με.

 

Σα ζάχαρη μην έλειωσε,

πουλάκι μου, πουλί μου,

στο νερό, στο ποτάμι!

Που σου λέω άκου με!

 

Η κόρη πήγε στις βοσκιές,

πουλάκι μου , πουλί μου,

να γίνει  βοσκομάνα,

που σου λέω άκου με.

 

Φοβάμαι πως θα μείν’ εκεί,

πουλάκι μου, πουλί μου,

αλλοίμονό μου μάνα!

Που σου λέω άκου με.

Ρομαντικό-ερωτικό τραγούδι. Το παλληκάρι δεν αντέχει στο χωρισμό

Της καλής του έστω και τους τρεις μήνες του καλοκαιριού που η αγαπημένη του θα βρίσκεται στους βοσκότοπους πέρα στα ψηλά  βουνά.

Θα γίνει, λοιπόν, για χάρη της κυνηγός για να έχει κάποια πρόφαση να βρίσκεται κοντά της.

Τραγούδ’ Νο 13

Λάσκουμ’ απάν’ σα παρχάρια

Χορός Τας

Μουσική-Στίχοι: Μιχάλης Καλιοντζίδης

 

 

Λάσκουμ’ απάν’ σα παρχάρια,

σα κρύα νερά,

τρα(γ)ωδώ για την εγάπη μ’,

τ’ εμόν την σεβτάν.

 

Σα τρανά τα ερημίας

τυριανίουμαι,

άμον τ΄άσπρον το χιονόπον

εγώ λείουμαι.

 

 

Σε ψηλόν ραχίν,

έρημον πουλίν ,

θα κλώσκουμ’ εγώ μανίτσα μ’,

σ’ εμόν το γιαβρίν.

Τραγούδι Νο 13

Σεργιανώ στα βοσκοτόπια

 

 

 

 

Πλανιέμαι στα βοσκοτόπια

και στα κρύα τα νερά,

τραγουδώ για την αγάπη,

τον δικό μου το σεβντά.

 

Σ’ ερημιές ατέλειωτες,

σεργιανώ τον πόνο,

σαν το κάτασπρο το χιόνι,

κάθε μέρα λειώνω.

 

 

Σε ψηλό βουνό,

έρημο πουλί,

δεν αντέχω, θα γυρίσω,

στο δικό μου το γιαβρί.

Ερωτικό.  Ο έρωτας του παλληκαριού είναι χωρίς ανταπόκριση. Έτσι  απογοητευμένος  ο  νεαρός  περιπλανιέται στις ερημιές και στα ψηλά βουνά ώσπου θα πάρει την απόφαση να γίνει πουλί για να πετάξει και να κονέψει κοντά στην καλή του.

Νο 14

Κόνιαλι

Χορός Καρσιλαμάς

Τραγούδ’ Νο 16

Η μάνα έν’ κρύον νερόν

Χορός Τίκ

Μουσική-Στίχοι: Γιάννης Βλασταρίδης  

 

Οντες γερά η μάνα και άλλο ’κι επορεί, (δις)
ατότε θέλ’ βοήθειαν, ατότε θέλ’ ζωήν, ατότε θέλ’ ζωήν
κι οντες θα έρτε η ώρα και άλλο ’κι θα ζει,
άμα’κι εφτάς το χρέος ης, θα καίεται η ψη σ’.

 

Επωδός (δις)

 

Η μάνα έν’ κρύον νερόν και σο ποτήρ’ ’κι εμπέν’,
η μάνα να μη ίνεται,
η μάνα να μη έν’ (δις).

 

Η μάνα έν’ βράχος, η μάνα έν’ ραχίν, (δις)
σο δύσκολον την ώρα σ’ μανίτσα μ’, μανίτσα μ’
μανίτσα μ’ θα τσιαΐεις.
η μάνα έν’ το στήριγμαν, τη χαράς το κλαδίν,
τ’ ατηνές η αγάπη ’κι ευρήεται σην γην.

 

 Επωδός (δις)

 

Η μάνα έν’

 

Θα διαβαίνε τα χρόνια θα γερούμε κι εμείς, (δις)
ατά είναι με τη σειράν ’κι θα γλυτών’ κανείς
’κι θα γλυτών’ κανείς
και όλ’ πρέπ’ να εξέρουμε σ’ αούτο τη ζωήν,
χωρίς τη μάνας την ευχήν, κανείς ’κι ελέπ’ χαΐρ.

 

Επωδός (δις)

 

Η μάνα έν’

Τραγούδι Νο 16

Η μάνα είναι κρύο νερό

 

 

 

Όταν γερνάει η μάνα κι άλλο, πια δεν μπορεί,
Τότε θέλει ανάκαρα, τότε θέλει ζωή.
Γιατί σαν έρθει η ώρα π’ άλλο, πιά δε θα ζει
Το χρέος σου αν δεν έκανες θα ψυχοπυρωθείς.

 

 

 Επωδός

 

Η μάνα είναι κρύο νερό,
Αχώρητη, μεγάλη!
Πως θάμασταν χωρίς αυτής
Την γλυκιά την αγκάλη.

 

Η μάνα είναι βράχος, ασάλευτο βουνό,
Στην κραυγή της ανημποριάς, λιμάνι φυσικό.
Η μάνα είναι στήριγμα, κλωνάρι στη χαρά
Όμοια μ’ αυτής αγάπη δε βρίσκεις πουθενά.

 

Επωδός

Η μάνα…

 

 

Καθώς περνούν τα χρόνια, γερνάμε και εμείς.
Όλα έρχονται με τη σειρά, κανένας δε γλιτώνει,
Γι’ αυτό, της ψεύτικης ζωής ,να ξέρουμε, κανείς
Χωρίς της μάνας την ευχή κεφάλι δε σηκώνει. 

 

 

Επωδός

 

Η μάνα…

Μάνα. Αυτή η θεία προσωπικότητα που λειτουργεί κατασταλτικά και πυροσβεστικά σ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις και ανασφάλειες του παιδιού της  καθώς το κρύο το νερό που ξεδιψάει τον οδοιπόρο, τον καματερό, τον τραυματία, τον ταλαίπωρο. Η μάνα που η αγάπη για τα παιδιά της είναι πιο πλατιά από τον ουρανό. Αγάπη που δε χωράει σε ποτήρια και σε σκεύη. Μια αγάπη διάχυτη στον αέρα που αναπνέουμε.

Μια αγάπη αθάνατη σα θρησκεία και λυτρωτική σα μεταλαβιά! 

Τραγούδ’ Νο 17

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν

 

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν, εβγαίν’ από την Πόλιν,

ουδέ σ’ αμπέλιν κόνεψεν, ουδέ σα περιβόλια,

επήγεν και εκόνεψεν σ΄Αγιά Σοφιάς την Πόρταν.

Έδειξεν τ’ έναν το φτερόν, σο αίμαν βουτεμένον

και σ’ άλλο το φτερόν αθέ, χαρτίν βαστά γραμμένον.

Ατό κανείς `κι αναγνώθ’, κανείς `κι ξέρ’ ντο λέγει,

μηδέ κι ο παρτιάρχης μου με όλους τους παπάδες

κι έναν παιδίν, καλόν παιδίν, πάει και αναγνώθει.

Σίτ αναγνώθει, σίτια κλαίει, σίτια κρούει την καρδίαν:-

Ν’ αλλοί’ εμάς και βάι εμάς, πάρθεν’ η Ρωμανία.

Τραγούδι Νο 17

Ένα πουλί, καλό πουλί

 

Ένα πουλί, καλό πουλί, πετάει από την Πόλη,

σ’ αμπέλι δεν ξαπόστασε, ούτε σε περιβόλι.

Με μιας ήρθε και κόνεψε στης Αγιάς Σοφιάς (Τραπεζούντας) την πόρτα.

Δείχνει τη μια φτερούγα του, στο αίμα βουτηγμένη

και στην άλλη τη φτερούγα του χαρτί κρατεί γραμμένο.

Αυτό είναι δυσανάγνωστο, κανείς δεν τ’ ορμηνεύει,

ούτε κι ο πατριάρχης μου με όλο του τον κλήρο.

Κι ένα παιδί, αγνό παιδί, μπορεί και τ’ ορμηνεύει.

Ως αναγνώθει, οδύρεται και κλαίει και ματώνει.

Αλλοί’ σε μας και τρισαλλοί’, η Ρωμιοσύνη αλώθει.

Τραγούδ’ Νο 18

Πάρθεν η Ρωμανία

Χορός Διπάτ

 

 

Ν’ αλλοί’ εμάς και βάϊ εμάς,

οι Τούρκ’ την πόλ’ επέραν. (δις)

Επαίραν το βασιλοσκάμν’,

ελάεν αφεντία.(δις).

 

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς,

κλαίγνε τα μοναστήρια (δις)

κι Αϊ Γιάννες ο Χρυσόστομον,

κλαίει, δερνοκοπησκάται.(δις)

 

Μη κλαις, μη κλαις Αϊ Γιάννε μου

και μη δερνοκοπάσαι.

Η Ρωμανία επέρασεν,

η Ρωμανία επάρθεν!

 

Η Ρωμανία κι αν πέρασεν,

ανθεί και φέρει κι άλλο.

Τραγούδι Νο 18

Πάρθηκε η Ρωμανία

 

 

 

Αλλοί σε μας και τρισαλλοί’,

την Πόλη οι Τούρκ’ αλώσαν.

Βάλλαν στο βασιλόθρονο,

δικούς τους αφεντάδες.

 

Μοιρολογούν οι εκκλησιές,

κλαίνε τα μοναστήρια

κι Αϊ-Γιάννης ο Χρυσόστομος,

κλαίει και δερνοκοπιέται.

 

Μην κλαις, μην κλαις Αϊ Γιάννη μου

και μη δερνοκοπιέσαι!

Η Ρωμιοσύνη πέρασε!

Η Ρωμιοσύνη αλώθει!

 

Η Ρωμιοσύνη κι αν πέρασε,

ανθίζει κλώνους κι άλλους!

Η συνταρακτική είδηση για το πάρσιμο της Πόλης φθάνει με την ταχύτητα που μόνο ένα πουλί μπορεί να πετύχει την εποχή εκείνη. «¨έναν πουλίν, καλόν  πουλίν  έρθεν από την Πόλιν, κ. λ. π.» όπως μας πληροφορεί ο πρώτος στίχος του δημώδους. Το πένθος είναι πολύ μεγάλο! Μαζί με ολόκληρο τον Ελληνισμό πενθούν και οδύρονται και οι άγιοι της εκκλησίας.

Ο Αϊ Γιάννης ο Χρυσόστομος κλαίει και δερνοκοπιέται.

Όμως.

Η ψυχή του ΄Ελληνα είναι αδούλωτη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η ανάσταση δε θ’ αργήσει νάρθει μέσα από τη στάχτη. «Ανθεί και φέρει κι άλλο».

 

Σημείωση: Όπου τα σύμφωνα είναι σκιαγμένα ( έντονο μαύρο) τότε προφέρονται με παχιά προφορά όπως π.χ. χ= ch (chέρι = χέρι,chίλια =χίλια), όπου δύο φωνήεντα είναι επίσης σκιαγμένα, συμπροφέρονται, π.χ.   

Όλια=όλα, ράχια = ράχες (το –ια- όπως το γιαγιά)

 

 

 

Το εισαγωγικό σημείωμα, την καταγραφή όλων των τραγουδιών

την απόδοση στη νεοελληνική και τα σχόλια έγραψε και επιμελήθηκε

ο ΒΑΣΙΛΗΣ  Χ. ΤΑΡΝΑΝΙΔΗΣ